Ιστορία Δ.Κ. Σχηματαρίου

ΣΧΗΜΑΤΑΡΙ . Πότε κτίστηκε το χωριό Σχηματάρι Βοιωτίας και Ιστορικά γεγονότα .
Του Θεοδώρου Αλεξάνδρου Μπεζιάνη .
Σχηματάρι 2 Αυγούστου 1987.

Πρόλογος
Στις αρχές του αιώνα μας το 1902, στις 6 Ιανουαρίου, γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Σχηματάρι Βοιωτίας .
Ονομάζομαι Θεόδωρος Μπεζιάνης του Αλεξάνδρου και της Βασιλικής, το γένος Σάμιου και σας εξιστορώ με ακρίβεια τα όσα άκουσα και έμαθα από τους παππούδες αλλά και όσα θυμάμαι για να μάθουν οι νεότεροι πότε κτίσθηκε το χωριό Σχηματάρι Θηβών Βοιωτίας .

Πότε κτίστηκε το χωριό Σχηματάρι;
(Κατά τα λεγόμενα του παππού μου Ιωάννη Μπεζιάνη του Κωνσταντίνου) .

Ο παππούς μου είχε γεννηθεί εις το χωρίον Σχηματάρι το έτος 1814, επί Τουρκοκρατίας και μου τα έλεγε όλα αυτά και τα γράφω .
Ήλθαν από την Βόρειο Ήπειρο (18) δεκαοκτώ οικογένειες, κατά τα έτη 1770 με 1775 και αγόρασαν το κτήμα από ένα Τούρκο πασά, που τα σύνορα άρχονται από το γεφύρι του παπαρόκα, πιάνουν από το Δραγκό της Γκριμάδας (ή Τανάγρας), ανεβαίνει κορυφογραμμή Μάλι – Βάλεζα, κατεβαίνει στο εξωκλήσι Μεταμόρφωση του Σωτήρος, εις θέση Λιοτρίβι και Κορυτσιά Κολυστάρα, Μανδρί Τσαμασίρη, Ράχη Μυζήθρα, Κοπρισιά Μυζήθρα, 200 μέτρα νοτινά της κλήσισας .

Ανατολικά πηγαίνει στο Βλυχονέρι και από εκεί τρείς (3) τσούκες και ευθεία Κοπρισιά Μπεζιάνη και ευθεία μνήμα Εβραίου, ευθεία χωράφι εκκλησίας,κορυφογραμμή, ελιές Χαλιώνη, πηγάδι παπαγεωργάτση, κορυφογραμμή Άγιος – Νικόλαος, Άγιος Ιωάννης, το σημερινό νεκροταφείο και ευθεία όπως πάει ο δημόσιος δρόμος σταματάει στα σύνορα του χωριού Μαδαρού, παίρνει το Σιδηροδρομικό Σταθμό Οινόης – Σχηματαρίου – καμίνι Μπαρόνη, κατεβαίνει Δραγκό του Κοκάλη στο δρόμο Μπούρτσι και καταλήγει στο γεφύρι του παπαρόκα .

Το κτήμα αυτό αποτελείτο από 25.000 έως 30.000 στρέμματα . Τα πρώτα σπίτια του ήταν καλύβες, που τα έφτιαξαν στην θέση Μαυροβούνι  για να είχανε το ποτάμι κοντά να υδρεύονταν, το ονομαζόμενο στην αρχαία Ελληνική Θερμόδοντα ή κοινός (Λάρη) ή παραπόταμος του Χείμαρου Ασωπού .

Αλλά επειδή ήταν μακριά το ποτάμι επήγαν απέναντι στη θέση  Μπαλί, δυτικώς από το ποτάμι, εις την θέση Λιέδεζα αλλά εκεί τους έτρωγε το κουνούπι της Ελονοσίας και τους είπαν άλλοι γέροντες, να πάτε να κτίσετε χωριό εκεί που λαλούνε πέρδικες. Οι πέρδικες το καλοκαίρι βόσκουν στα απόσκια και το χειμώνα βοσκάνε στα προσήλια, εκεί που κτυπάει ο ήλιος το πρωί και όλη την ημέρα. Και επήραν τα τσεκούρια και τις κάπες και ήλθαν και κοιμήθηκαν εκεί που έχουν οι Καρατζιάδες (ή Καπάκηδες) τα σπίτια τους και άκουσαν τις πέρδικες το πρωί που λαλούσαν και πηγαίνανε στην βρύση να πιούνε  νερό .

Πρώτα η πέρδικα πηγαίνει να πιει νερό και μετά πηγαίνει για βοσκή. Και εκεί που είναι το σπίτι του Τσορέ (ή Σταύρου) στο δρόμο ήταν κάτι βούρλα και είχε μία βρυσούλα με νερό και εκεί ποτίζονταν οι πέρδικες και ήταν όλο δάσος και έφτιαξαν από μία πρόχειρη καλύβα, έφεραν κατόπιν τις οικογένειες και έγινε το χωριό Σχηματάρι .

Το έτος 1777 είχε πέσει στην Ευρώπη μία ασθένεια, η λεγόμενη πανούκλα. Αρβανίτικα την έλεγαν κουκούδι  και είχε γίνει σώμα και γύριζε τα χωριά και τις πολιτείες και ήταν και θωρακισμένη και δεν της κόλλαγε ούτε σφαίρα ή (βόλι) ούτε σπαθί .

Ήλθε στο χωριό μας από το δρόμο της Χαλκίδας βραδιάτικα, εκεί που είναι σήμερα η Αερογέφυρα ήταν μια αγκοριτζιά μεγάλη, δυτικά από το δρόμο Χαλκίδας. Εκεί του είχαν κάνει καρτέρι οι Άγιοι Ταξιάρχες, ο Μιχαήλ και ο Γαβριήλ και δεν τον άφησαν να μπει στο χωριό. Τον κυνήγησαν γύρω από την Ντάρδιζα και μέχρι το λύσι του Λειβαδίτη ακούγονταν τα σπαθιά που τον χτύπαγαν οι Άγγελοι και τον έδιωξαν και επήγε για την Λιάτανη, το σημερινό χωριό Άγιος Θωμάς .Και μετά παρέλευση χρόνου συνέβη ένα μεγάλο δυστύχημα με το χωριό Μπράτσι του Ιμπραήμ Πασά. Επήγε μία γυναίκα από το χωριό Σχηματάρι στο εξωκλήσι απέναντι στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος για να ανάψει τα καντήλια .

Ο Ιμπραήμ Πασάς είχε έναν αράπη αγροφύλακα και έπιασε την γυναίκα και την βίασε και αυτή γύρισε στο χωριό και διαμαρτυρήθηκε στους συγχωριανούς της. Την άλλη ημέρα πήγαν δύο έως τρία παλικάρια και έπιασαν τον αράπη και τον τεμάχισαν και τον έριξαν στα σταυροδρόμια .

Κατόπιν ο Ιμπραήμ Πασάς έστειλε χωροφύλακες και έπιασε τους προύχοντες του χωριού και τους κρέμαγε σε φούρκες με το κεφάλι προς τα κάτω για να μαρτυρήσουν τα πρόσωπα, αλλά δεν πρόδωσαν κανέναν και έκαναν συμβιβασμό και τους έδωσαν το κτήμα από το ποτάμι και πέρα και μετά τους ορμήνεψε ένας Πασάς από την Αθήνα, κρυφός Χριστιανός, και έκοψαν νύχτα ένα αυλάκι και έβαλαν το νερό απέναντι από το Πολυκρίπη. Έτσι τους είχε πει ο Πασάς, όπου είναι το νερό εκεί θα βάνω τα σύνορα .

Και μετά την απελευθέρωση του 1821 τα καταπάτησαν όλα απέναντι από το ποτάμι και τους έδιωξαν από το ποτάμι τους Μπρατσιέους και πήγαν δικαστικώς και τους χορήγησαν τέσσερα (4) μέτρα δρόμο για να έρχονται να πλένουν τα ρούχα τους  Και μετά την απελευθέρωση του 1834 ήλθε ο Πασάς για να εισπράξει το χρήμα, διότι δεν του είχαν ξεχρεώσει οι Σχηματαραίοι  το κτήμα. Είχε έλθει φρουρά από την Χαλκίδα και πετάχτηκε ένας από το σόϊ των Μικρών (ή Φέρσαλα) και είπε .

Εμείς τα πήραμε με το σπαθί, τι θέλει αυτός ο κονιάρης εδώ που ήλθε;

Και έφυγε και πήγε στην Χαλκίδα και τα πούλησε τα γραμμάτια στην τράπεζα και η τράπεζα τους έπιασε και τα πλήρωσαν .

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *